ασυνάρτητος

ασυνάρτητος
η , ο [ος , ον ] бессвязный, несвязный (о словах, речи и т. п.); несообразный;

ασυνάρτητη αφήγηση — бессвязный рассказ


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "ασυνάρτητος" в других словарях:

  • ἀσυνάρτητος — disconnected masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασυνάρτητος — η, ο (AM ἀσυνάρτητος, ον) [συναρτώ] αυτός που δεν έχει ειρμό, ασύνδετος, ανακόλουθος αρχ. μσν. (μετρ.) «ἀσυνάρτητοι στίχοι» οι στίχοι που αποτελούνται από ανομοιογενή ημιστίχια …   Dictionary of Greek

  • ασυνάρτητος — η, ο επίρρ. α ο χωρίς ειρμό, λογική συνάφεια: Ο λόγος του ήταν ασυνάρτητος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀσυναρτήτως — ἀσυνάρτητος disconnected adverbial ἀσυνάρτητος disconnected masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσυνάρτητον — ἀσυνάρτητος disconnected masc/fem acc sg ἀσυνάρτητος disconnected neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσυναρτήτοις — ἀσυνάρτητος disconnected masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσυναρτήτου — ἀσυνάρτητος disconnected masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσυναρτήτους — ἀσυνάρτητος disconnected masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσυναρτήτων — ἀσυνάρτητος disconnected masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσυναρτήτῳ — ἀσυνάρτητος disconnected masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσυνάρτητα — ἀσυνάρτητος disconnected neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»